Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Ο θυμός και η αντιμετώπισή του





Έχω νεύρα…Κοντεύω να εκραγώ…Φράσεις οικείες που όλοι έχουμε πει έστω και μια φορά μέχρι τώρα. Εκφράσεις θυμού, ενός συναισθήματος που οι περισσότεροι θεωρούν αρνητικό ή ακόμα και απαγορευτικό, καθώς φοβούνται τις συνέπειές του. Τι είναι τελικά ο θυμός; Είναι όντως ένα απαγοτευτικό συναίσθημα, που πρέπει να φοβόμαστε;

Η απάντηση είναι… όχι. Ο θυμός είναι μια συναισθηματική αντίδραση απέναντι σε κάποιο άτομο, μια κατάσταση ή ένα γεγονός. Μας ενημερώνει για την ψυχική κατάσταση που βρίσκεται ο οργανισμός μας εκείνη τη στιγμή. Μια τέτοια στιγμή μπορεί να είναι όταν νιώθουμε ότι απειλούμαστε, όταν φοβόμαστε οτι χάνουμε τον έλεγχο αλλά και όταν μας αδικούν ή μας προσβάλλουν. Το θέμα δεν είναι το αν θα θυμώσουμε αλλά το πώς θα εκδηλώσουμε αυτό το συναίσθημα. Φανταστείτε την αντίθετη περίπτωση, όπου κάποιος έκδηλα μας προσβάλλει και εμείς τον ακούμε χωρίς να αντιδράμε…

Όντως υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο θυμός εκδηλώνεται με λάθος τρόπο, ο οποίος επηρεάζει αρνητικά, όχι μόνο αυτόν που τον εκδηλώνει, αλλά και το περιβάλλον του. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν αντιδράμε ενστικτωδώς. Χωρίς να προλάβουμε να επεξεργαστούμε αυτό που μας έχει ενοχλήσει εκδηλώνουμε επιθετικότητα (συνήθως με λεκτική ή σωματική βία), για την οποία συνήθως μετανιώνουμε. Παράλληλα, επιθετικά μπορεί να αντιδράσει κάποιος σε ασήμαντη (φαινομενικά) αφορμή εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο συσσωρευμένο, καταπιεσμένο θυμό που μπορεί να υπάρχει μέσα του. Επιπλέον, κάποιοι άνθρωποι έχουν «μάθει» να αντιδρούν επιθετικά και να υιοθετούν αυτή τη συμπεριφορά ως τρόπο αντιμετώπισης των δυσκολιών στη ζωή τους. Πέρα από τα παραπάνω, υπάρχει και η κατηγορία ανθρώπων, που λόγω δικών τους τραυματικών βιωμάτων αισθάνονται ικανοποίηση όταν κακοποιούν τον άλλο.

Πως φτάνουμε όμως σε αυτό το σημείο; Στο σημείο να καθοδηγούμαστε από την ένταση του συναισθήματος του θυμού και να χάνουμε τον έλεγχο του εαυτού μας; Υπάρχουν διάφορες πιθανές αιτίες, οι οποίες διαφέρουν διατομικά, ανάλογα με το ιστορικό του καθενός. Μια πιθανή αιτία είναι η μίμηση προτύπου. Όταν υπάρχει ένας τουλάχιστον επιθετικός γονέας στην οικογένεια, το παιδί ασυνείδητα (και παρόλο που λεκτικά μπορεί να τάσσεται εναντίον αυτής της συμπεριφοράς) υιοθετεί την επιθετικότητα και την εφαρμόζει και στη δική του οικογένεια. Άλλος λόγος μπορεί να είναι το άγχος που εκδηλώνει κανείς σε μέρη ή σε καταστάσεις που τα έχει συνδέσει με μια οδυνηρή προηγούμενη εμπειρία.

Αυτό μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε θυμό και επιθετικότητα. Σε τέτοιου είδους συμπεριφορές μπορεί να οδηγηθεί κανείς και από προβλήματα επικοινωνίας στις σχέσεις του με το σύντροφο ή την οικογένεια. Η αποστολή διπλών μηνυμάτων, η έλλειψη προσωπικού χώρου, η έλλειψη εμπιστοσύνης, οι συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, η αίσθηση αδυναμίας ελέγχου και αντίδρασης σε καταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν τα γνωστά «ξεσπάσματα» θυμού. Όμως, πέρα από το κομμάτι των σχέσεων ακόμα και προσωπικά ζητήματα μπορεί να καταλήξουν σε εκρήξεις θυμού, όπως οικονομικά προβλήματα, ζητήματα στον εργασιακό χώρο, ανισσοροπία σε διάφορους τομείς της ζωής (εργασία-προσωπικός χρόνος-οικογένεια) και η αδυναμία διαχείρισης χρόνου.

Είναι φανερό ότι οι αιτίες για την εκδήλωση επιθετικότητας λόγω θυμού είναι πολλές. Το βασικότερο βήμα για να μπορέσει κανείς να το αντιμετωπίσει είναι η αναγνώριση του θυμού του και η επεξεργασία του. Να μπορέσει μέσα από την ανάλυση να δώσει απάντηση σε ερωτήματα, όπως πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες κτλ. ώστε να σταματήσει να λειτουργεί ενστικτωδώς. Επιπλέον, είναι σημαντικό να έχει την επιθυμία να αλλάξει. Ο σκοπός των προγραμμάτων διαχείρισης θυμού δεν είναι να μη θυμώνουμε ποτέ. Το αντίθετο. Είναι να μάθουμε να διαχειριζόμαστε αυτά τα συναισθήματα και να τα εκφράζουμε με τρόπο ώστε κι εμείς να αισθανθούμε καλύτερα, αλλά και οι γύρω μας να τα κατανοήσουν. Αυτό οδηγεί σε καλύτερη επικοινωνία, πιο ανθεκτικές και ειλικρινείς σχέσεις, καλύτερη υγεία και εργασιακή απόδοση.

Για την αντιμετώπιση προβλημάτων θυμού η καλύτερη λύση είναι η επίσκεψη σε ειδικό, ο οποίος βοηθάει να καταλάβει κανείς τα βαθύτερα κίνητρά του, να συνδέσει τα γεγονότα της ζωής του με την τωρινή κατάσταση, να δώσει απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα, ώστε να μην αντιδρά ενστικτωδώς, αλλά και να δοκιμάσουν μαζί νέους, πιο αποδοτικούς τρόπους επικοινωνίας. Παρακάτω δύνονται κάποιες βασικές συμβουλές για κάποιον που θέλει να διαχειριστεί το θυμό του:
Διαχείριση στρες. Το στρες και ο θυμός είναι αλληλένδετα. Όταν κάποιος ζητάει βοήθεια για διαχείριση θυμού, αυτό σχεδόν πάντα έχει να κάνει και με αυξημένα επίπεδα στρες. Σε κάποιες περιπτώσεις (όχι όμως σε όλες) συμβαίνει και το αντίστροφο, όπου η υπερδιέγερση που προκαλεί το στρες οδηγεί σε θυμό ή σε άλλες περιπτώσεις όπου καταπιεσμένα συναισθήματα θυμού μπορεί να οδηγήσουν σε σωματικά συμπτώματα, που συνδέονται με στρες.
Διαχείριση χρόνου. Αν και αυτό αποτελεί κομμάτι της διαχείρισης στρες, συνδέεται άρρηκτα και με τη διαχείριση θυμού.
Προσπάθεια να μάθουμε να μην αντιδράμε ενστικτωδώς. Είναι καλύτερο να σκεφτούμε προτού αντιδράσουμε, παρά να αφήσουμε το θυμό ή την απογοήτευση να κυριαρχήσουν. Αυτό παράλληλα, βοηθάει και την αυτοεικόνα μας, καθώς αισθανόμαστε ότι ο έλεγχος ανήκει σε μας κι όχι στις καταστάσεις. Ειδικά όταν πρόκειται για ζευγάρια, είναι πολύ σημαντικό να αφήνουν λίγο χρόνο για σκέψη και όχι να προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα ακριβώς τη στιγμή που είναι θυμωμένοι.
Παράλληλα, είναι σημαντικό να διώξουμε τις αρνητικές σκέψεις που γίνονται όταν τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα θέλουμε. Συνήθως ασκούμε αρνητική κριτική στον ίδιο μας τον εαυτό, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αρνητική αυτοεικόνα. Ο σκοπός είναι η αναγνώριση των λαθών μας, αλλά και των δυνατών μας σημείων που θα μας βοηθήσουν να προχωρήσουμε και να βελτιωθούμε.
Είναι σημαντικό να προσπαθήσει κανείς να αναπτύξει την ικανότητα να ακούει προσεκτικά τον άλλο και να τον καταλάβει. Αυτό ευνοεί σε μεγάλο βαθμό τις διαπροσωπικές σχέσεις καθώς βελτιώνει την επικοινωνία μεταξύ δυο ατόμων και την αποφυγή παρερμηνειών σε λόγια ή σε συμπεριφορές.
Πολλές φορές ο θυμος είναι απόρροια των πολύ υψηλών προσδοκιών για τον εαυτό. Οι άνθρωποι καθοδηγούμενοι, από την ανάγκη τους να αισθανθούν σημαντικοί θέτουν υψηλές, μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Όταν αυτές δεν ικανοποιούνται θυμώνουν και ξεκινούν την αρνητική αυτοκριτική, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Ο θυμός μπορεί να είναι συσσωρευμένος μέσα μας από περιστατικά στα οποία αισθανθήκαμε ότι αδικούμαστε αλλά δεν προλάβαμε να αντιδράσουμε. Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι μια απώλεια που δεν έχουμε πενθήσει. Αυτά τα ανάμεικτα συναισθήματα λύπης και θυμού μπορεί να ενεργοποιηθούν πολύ εύκολα και να μας οδηγήσουν σε ακραίες αντιδράσεις, ακόμη και από ασήμαντες αφορμές. Είναι πολύ σημαντικό να μάθουμε να συμφιλιώνομαστε με αυτά τα περιστατικά ή τους ανθρώπους που μας τα έχουν προκαλέσει μέσα από μια διαδικασία αποδοχής.
Η τελευταία, αλλά σημαντικότερη συμβουλή στη διαχείριση θυμού είναι η εκμάθηση δεξιοτήτων διεκδικητικότητας. Η διεκδικητικότητα βρίσκεται ανάμεσα στην παθητικότητα και την επιθετικότητα και αποτελεί τη χρυσή τομή. Σημαίνει να εκφράζουμε αυτό που σκεφτόμαστε με ευθύ και ειλικρινή τρόπο, χωρίς όμως να προσβάλλουμε με αυτό τα δικαιώματα και την προσωπικότητα του άλλου. Η διεκδικητικότητα είναι μια δεξιότητα επικοινωνίας που μπορεί κανείς να αποκτήσει είτε μέσα από την ατομική ψυχοθεραπεία, είτε μέσα από τη συμμετοχή σε συμβουλευτικές ομάδες.

Σαν συμπέρασμα, φαίνεται ότι ο θυμός αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό πρόβλημα, το οποίο ευνοείται στην εκδήλωσή του από την ανταγωνιστική εποχή που ζούμε, η οποί απαιτεί γρήγορους ρυθμούς και παραγκωνισμό βαθύτερων προσωπικών αναγκών. Παρόλο αυτά, είναι κάτι που αντιμετωπίζεται, αν κάποιος το θελήσει και προσπαθήσει για αυτό. Τότε τα οφέλη είναι ακόμα μεγαλύτερα γιατί παράλληλα βελτιώνεται και η αυτοεικόνα αλλά και οι διαπροσωπικές μας σχέσεις.


Μηλιόρδου Χρυσή (Ψυχολόγος , Μ.Sc.)